Τετάρτη 2 Απριλίου 2025

 

Paulo Coelho, Ο Αλχημιστής

 

        Σε κάποιο περιθώριο -  όπως συνηθίζω να κάνω  -  έγραψα:   

     

      «Να θυμάμαι  να ακούω την γλώσσα της διαίσθησής μου - την κοινή γλώσσα των ανθρώπων - όταν αυτή μου ψιθυρίζει τι φοβούνται οι άνθρωποι, τι θέλουν, τι σκέφτονται, τι δεν λένε όταν σιωπούν.


       Να θυμάμαι ότι  η ψυχή μου μοιράζεται την Ψυχή του Κόσμου με όλους και με όλα πάνω στην Γη και στα έγκατα της γης. Και γι’ αυτό πρέπει ν’ ακούω την ψυχή μου. Και να την ακολουθώ όταν μου δείχνει τον δρόμο προς το πεπρωμένο μου. Η ψυχή μου είναι μέρος της Ψυχής του Κόσμου και όλο το σύμπαν θα συνωμοτήσει για να βρω εγώ το πεπρωμένο μου, γιατί όταν έστω κι ένας βρίσκει και εκπληρώνει το πεπρωμένο του, για όλους γύρω του όλα ξεδιπλώνονται και γίνονται καλύτερα


     Να θυμάμαι ότι αν ψάχνω το πεπρωμένο μου ο Μεγάλος Αλχημιστής θα με φέρει να αντιμετωπίσω την σκληρή έρημο, τον υπεροπτικό άνεμο, τον ανελέητο ήλιο, τον ίδιο μου τον εαυτό. Και θα ξέρει πως αυτό που έφτιαξε από μένα είναι χρυσάφι.» 

                                                                                                                      Ζ.Β.


Πέμπτη 6 Μαρτίου 2025

 

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ  ΚΑΙ ΜΗΛΙΩΝ

 

Αθηναίοι πρέσβεις: Θέλατε διάλογο. Δεχθήκαμε. Ας κάνουμε, λοιπόν, διάλογο.

Μηλίων εκπρόσωποι: Τι διάλογο να κάνουμε όταν εσείς έχετε προδιαγράψει το μέλλον μας, καταστροφή ή υποταγή.

Αθηναίοι: Αν αυτό πιστεύετε, σταματάμε.

Μήλιοι: Ξέρουμε ότι μιλάμε για τη σωτηρία μας, γι’ αυτό ας συνεχίσουμε.

Αθηναίοι: Ας αφήσουμε τα προσχήματα. Ξέρετε και ξέρουμε, και όλοι αποδέχονται, πως το δίκαιο ισχύει μεταξύ ίσων, αλλιώς οι δυνατοί κάνουν ό,τι τους επιτρέπει  η δύναμή τους κι οι αδύναμοι υποχωρούν κι αποδέχονται.

Μήλιοι: Αυτό δεν σας συμφέρει γιατί μπορεί να βρεθείτε εσείς κάποτε στη θέση του αδύνατου.

Αθηναίοι: Αυτό θα συμβεί μόνο αν δεν προστατέψουμε την ηγεμονική μας θέση. Αλλά αυτό είναι δικό μας θέμα. Εδώ τώρα συζητάμε ότι εμάς μας συμφέρει να σωθείτε ερχόμενοι κάτω από την προστασία της Αθηναϊκής ηγεμονίας και εσάς να σώσετε μ΄ αυτόν τον τρόπο την πόλη σας. Έχουμε κοινό συμφέρον.

Μήλιοι: Ποιο κοινό συμφέρον, όταν αυτό που προτείνετε σημαίνει ότι εμείς θα γίνουμε οι δούλοι κι εσείς οι κύριοι;

Αθηναίοι: Υπάρχει κοινό συμφέρον γιατί εσείς δεν θα καταστραφείτε κι εμείς, αν δεν σας καταστρέψουμε, θα αποκομίσουμε κέρδος.

Μήλιοι: Δηλαδή αποκλείεται να δεχθείτε ουδετεροφιλία;

Αθηναίοι: Αποκλείεται. Η φιλία μαζί σας υπ’ αυτές τις συνθήκες μπορεί να μας βλάψει περισσότερο από το μίσος σας, αφού θα μπορούσε να ερμηνευτεί από τους υπηκόους μας ως αδυναμία να επιβληθούμε, ενώ το μίσος σας θα είναι απόδειξη της δύναμής μας.

Μήλιοι: Μα δεν είναι ίδια η περίπτωση η δική μας και των άλλων.

Αθηναίοι: Όχι, είναι χειρότερη. Γιατί είναι ζήτημα όχι μόνο δύναμης αλλά και ασφάλειας για εμάς να υποτάξουμε εσάς τους πιο αδύνατους που μάλιστα μας εναντιώνεστε σ’ ένα πεδίο που θεωρούμαστε κυρίαρχοι.

Μήλιοι: Ας μην αναφερθούμε στο τι είναι δίκαιο και τι άδικο, γιατί δεν συζητάτε επ’ αυτού. Ας μιλήσουμε πάνω στο συμφέρον. Πώς σας συμφέρει μια ενέργεια που θα στρέψει εναντίον σας ακόμη κι αυτούς που σήμερα δεν είναι εχθροί σας από φόβο μήπως κάποτε πάθουν τα ίδια; Πώς θα σας επιφέρει ασφάλεια μια ενέργεια που θα ενισχύσει το στρατόπεδο των αντιπάλων σας;

Αθηναίοι: Να προλάβουμε κινδύνους από απερίσκεπτες ενέργειες των υπηκόων μας. Αυτό μας επιφέρει ασφάλεια.

Μήλιοι: Κι εμείς δεν θέλουμε να φανούμε δειλοί, αλλά θέλουμε να προστατέψουμε την ελευθερία μας όσο είμαστε ακόμη ελεύθεροι.

Αθηναίοι: Δεν υπάρχει θέμα να θεωρηθείτε δειλοί όταν ο αντίπαλος είναι τόσο ισχυρότερος. Μόνο θέμα για σας είναι τώρα  η σωτηρία της πατρίδας σας.

Μήλιοι: Όσο αγωνιζόμαστε υπάρχει ελπίδα.

Αθηναίοι: Όταν η μοίρα σας κρέμεται σε μια κλωστή μην την εμπιστευτείτε σε αβέβαιες ελπίδες που θα σας καταστρέψουν.

Μήλιοι: Εμπιστευόμαστε την τύχη μας στους θεούς που βοηθούν τους δίκαιους απέναντι στους άδικους. Και στους Λακεδαιμονίους που θα μας βοηθήσουν λόγω συγγένειας. Δεν είναι λοιπόν παράλογο το θάρρος μας.

Αθηναίοι: Δεν αισθανόμαστε ότι διαπράττουμε αδικία στα μάτια των Θεών γιατί και μεταξύ των Θεών και μέσα στη φύση το δίκαιο το επιβάλλει ο ισχυρός. Έτσι το βρήκαμε έτσι κάνουμε κι εσείς το ίδιο θα κάνατε αν είσαστε δυνατοί. Όσο για τους Λακεδαιμονίους είστε ανόητοι να πιστεύετε ότι θα σας βοηθήσουν. Αυτοί θεωρούν έντιμο και δίκαιο ό,τι τους συμφέρει.

Μήλιοι: Ακριβώς γι’ αυτό πιστεύουμε ότι θα μας βοηθήσουν.

Αθηναίοι: Δεν καταλαβαίνετε ότι για τους Λακεδαιμόνιους συμφέρον είναι η ασφάλειά τους, ενώ αυτό που εσείς λέτε δίκαιο και έντιμο εγκυμονεί κινδύνους που δεν είναι διατεθειμένοι να αποτολμήσουν;

Μήλιοι: Στην περίπτωσή μας ο κίνδυνος για τους Λακεδαιμονίους δεν είναι μεγάλος.

Αθηναίοι: Για τους Λακεδαιμονίους δεν είστε εσείς το θέμα. Το θέμα τους είναι ότι δεν έχουν τόση εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους ώστε να τα βάλουν μαζί μας στην θάλασσα όπου έχουμε σαφή υπεροχή.

Μήλιοι: Μπορεί να καλέσουν κι άλλους και να υπάρξει κλιμάκωση της σύγκρουσης και τότε να πρέπει να αγωνιστείτε για τον εαυτό σας.

Αθηναίοι: Είπαμε να μιλήσουμε για τη σωτηρία της πατρίδας σας κι εσείς για το θέμα αυτό δεν μιλάτε σαν λογικοί άνθρωποι. Εμείς θα αποσυρθούμε και στο μεταξύ εσείς φροντίστε να σκεφθείτε κάτι λογικό. Προσέξτε μη σας παρασύρει η λέξη ντροπή σε πραγματικές ντροπές και συμφορές. Δεχθείτε τους λογικούς μας όρους και μη θέλετε να φανείτε ανώτεροι αλλά συνετοί απέναντι στους δυνατότερους.

Μήλιοι (μετά από σύντομη διαβούλευση μεταξύ τους):  Δεν αλλάζουμε γνώμη, έχουμε εμπιστοσύνη στην τύχη, στους θεούς και στους Λακεδαιμονίους. Σας προτείνουμε όμως να  κάνουμε  συνθήκη ωφέλιμη και για τους δυο μας, να παραμείνουμε φίλοι και να φύγετε.

Αθηναίοι: Στηρίζεστε σε μελλοντικές ελπίδες και δεν βλέπετε την πραγματικότητα. Τα παίξατε όλα για όλα και θα τα χάσετε όλα.

 

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2025

 

Μια ιδέα με αφορμή τον Επιτάφιο, Θουκυδίδου Ιστοριών Β΄ 36 -39

 Αν είσαι στην Αθήνα, είτε Έλληνας είσαι είτε ξένος, κι αν είναι απόγευμα αρχή χειμώνα που έθαβαν τα οστά των νεκρών των πολέμων την ώρα που ο ήλιος, ότι καιρό κι αν κάνει, βγαίνει για να φιλήσει  γέρνοντας την Ακρόπολη, θα δεις για μια στιγμή σαν αστραπή να λάμπουν οι ναοί ψηλοί, ακέραιοι και μεγαλοπρεπείς  και ν’ αστράφτει το μάρμαρο, ο χρυσός, ο μπρούτζος, ο χαλκός και το ελεφαντόδοντο στ’ αγάλματα των θεών κι αν προσέξεις θ’ ακούσεις τον αέρα να φέρνει σπασμένα λόγια που μόλις ακούγονται και μετά χάνονται και πάλι ακούγονται μέχρι που λίγο λίγο σβήνουν και δεν ακούγεται τίποτα πια αλλά που, είτε Έλληνας είσαι είτε ξένος,  θα τα θυμάσαι  για πάντα και θα τα λες... 

«… πέθαναν για την Αθήνα ... όπου αξίζει να ζεις και να πεθάνεις για να μείνει ζωντανή ... πόλη αυτάρκη σε πόλεμο και σε ειρήνη … με... Δημοκρατία που πάει να πει ότι ο λαός κυβερνά..., εκλέγει τους άρχοντες ανάλογα με την αξία τους …, έχει ισονομία … αξιοκρατία… ισότητα στις ευκαιρίες … ελευθερία … και δικαιοσύνη …, πόλη ανοιχτή στους ξένους …,  ευχάριστη … με .... τρόπο ζωής μοναδικό …,  πλούτο και επιρροή ... και τους πολίτες της στον στρατό και ναυτικό για να την προστατεύουν, … πολίτες ... καλλιεργημένους αλλά αγωνιστικούς …, ετοιμοπόλεμους ..., πολυπράγμονες ..., δραστήριους ..., που δημιουργούν πλούτο για να κάνουν έργα στην πόλη …,  που μετέχουν στα δημόσια πράγματα …., που συζητούν ελεύθερα τα πολιτικά στην Εκκλησία …, που ψηφίζουν για ρίσκα και πολέμους που θα πάρουν πάνω τους οι ίδιοι και τα παιδιά τους …., που η γνώση του κινδύνου δεν τους φέρνει φόβο …, που λογαριάζουν άχρηστους τους αμέτοχους και φιλήσυχους ..., που πεθαίνουν με χαρά .... για να ζήσει η πόλη...  και  να την σέβονται και να την φοβούνται οι εχθροί .... και να υποτάσσονται ευχαρίστως στην δύναμή της οι υπήκοοι.»                          

                                                                  

Σάββατο 16 Μαρτίου 2024

 

Τον     Τον Αλέξανδρο οι σύγχρονοί του Έλληνες τον αγάπησαν ή τον μίσησαν από φθόνο και ιδιοτέλεια. Οι Ρωμαίοι τον ζήλεψαν. Οι Βυζαντινοί τον μυθοποίησαν και οι λαοί  της αυτοκρατορίας είχαν εγκόλπιο την «Φυλλάδα του  Μεγαλέξανδρου» μεταφρασμένη στην γλώσσα τους. Λόγιοι, ιστορικοί, ποιητές, ρήτορες, φιλόσοφοι τον ύμνησαν. Κι οι νεοέλληνες τον έχουμε στην καρδιά μας ζωντανό να σκοτώνει για χάρη μας ξανά και ξανά τον καταραμένο όφι. Βρέθηκαν όμως και οι σλαβόδουλοι που τον είπαν τύραννο, δυνάστη και κατακτητή των λαών. Χωρίς να το αξίζουν τους  απαντώ.  Ο Αλέξανδρος ήταν κατακτητής. Κατακτητής του απέραντου κράτους του Δαρείου του κατακτητή των λαών και ελευθερωτής τους. (Δεν χρειάζονται λόγια, σύγκρινε τους χάρτες). Γι’ αυτό στα μέρη που πέρασε ο Αλέξανδρος είναι ακόμα θρύλος και τον λατρεύουν. 

                          Σύγκρινε στους χάρτες την πορεία του Αλεξάνδρου και το κράτος το Δαρείου.




                                                        Η πορεία του Αλέξανδρου


                                                                 Το κράτος του Δαρείου











 

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2024

 


                                               προεπαναστατικό Παρίσι, η αστική τάξη 

                                               υπό το μαρμάρινο βλέμμα 

                                              του Βολταίρου συγκεντρώνεται, 

                                              συζητά,διαβάζει, φιλελευθεροποιείται


 

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2024

 

www.zettivardaki.blogspot.gr

Anti – Saint Valentine’s day

 

“Cat in the Rain” by Ernest Hemingway

    There were only two Americans stopping at the hotel. They did not know any of the people they passed on the stairs on their way to and from their room. Their room was on the second floor facing the sea. It also faced the public garden and the war monument. There were big palms and green benches in the public garden. In the good weather there was always an artist with his easel… It was raining. The rain dripped from the palm trees. Water stood in pools on the gravel paths. The sea broke in a long line in the rain and slipped back down the beach to come up and break again in a long line in the rain. The motor cars were gone from the square by the war monument. Across the square in the doorway of the cafe a waiter stood looking out of the empty square.

The American wife stood at the window looking out. Outside right under their window a cat was crouched under one of the dripping green tables. The cat was trying to make herself so compact that she would not be dripped on.

“I’m going down and get that kitty” the American wife said.

“I’ll do it” her husband offered from the bed.

“No, I’ll get it. The poor kitty out trying to keep dry under a table.”

The husband went on reading, lying propped up with the two pillows at the foot of the bed.

“Don’t get wet” he said.

 

The wife went downstairs and the hotel owner stood up and bowed to her as she passed the office. His desk was at the far end of the office. He was an old man and very tall.

“Il piove,” the wife said. She liked the hotel-keeper.

“Si, si, Signora, brutto tempo. It is very bad weather.”

He stood behind his desk in the far end of the dim room. The wife liked him. She liked the deadly serious way he received any complaints. She liked the way he wanted to serve her. She liked the way he felt about being a hotel-keeper. She liked his old, heavy face and big hands.

 

Liking him she opened the door and looked out. It was raining harder. A man in a rubber cape was crossing the empty square to the cafe. The cat would be around to the right. Perhaps she could go along under the eaves. As she stood in the door-way an umbrella opened behind her. It was the maid who looked after their room.

“You must not get wet,” she smiled, speaking Italian. Of course, the hotel-keeper had sent her.

With the maid holding the umbrella over her, She walked along the gravel path until she was under their window. The table was there, washed bright green in the rain, but the cat was gone. She was suddenly disappointed. The maid looked up at her.

“Ha perduto qualque cosa, Signora?”

“There was a cat,” said the American girl.

“A cat?”

“Si, il gatto.”

“A cat?” the maid laughed. “A cat in the rain?”

“Yes,” she said, “under the table.” Then, “Oh, I wanted it so much. I wanted a kitty.”

When she talked English the maid’s face tightened.

“Come, Signira,” she said. “We must get back inside. You will be wet.”

“I suppose so”, said

The American girl  went back along the gravel path in the hotel. As passed the office, the padrone bowed from his desk. Something felt very small and tight inside the girl. The padrone made her feel very small and at the same time really important. She had a momentary feeling of being of supreme importance. She went on up the stairs. She opened the door of the room. George was on the bed, reading.

“Did you get the cat?” he asked, putting the book down.

“It was gone.”

“Wonder where it went to,” he said, resting his eyes from reading.

She sat down on the bed.

“I wanted it so much,” she said. “I don’t know why I wanted it so much. I wanted that poor kitty. It isn’t any fun to be a poor kitty out in the rain.”

George was reading again.

She went over and sat in front of the mirror of the dressing table looking at herself with the hand glass. She studied her profile, first one side and then the other. Then she studied the back of her head and her neck.

“Don’t you think it would be a good idea if I let my hair grow out?” she asked, looking at her profile again.

George looked up and saw the back of her neck, clipped close like a boy’s.

“I like it the way it is.”

“I get so tired of it,” she said. “I get so tired of looking like a boy.”

George shifted his position in the bed. He hadn’t looked away from her since she started to speak.

“You look pretty darn nice,” he said.

She laid the mirror down on the dresser and went over to the window and looked out. It was getting dark.

“I want to pull my hair back tight and smooth and make a big knot at the back that I can feel,” she said. “I want to have a kitty to sit on my lap and purr when I stroke her.”

“Yeah?” George said from the bed.

“And I want to eat at a table with my own silver and I want candles. And I want it to be spring and I want to brush my hair out in front of a mirror and I want a kitty and I want some new clothes.”

“Oh, shut up and get something to read.” George said. He was reading again.

His wife was looking out of the window. It was quite dark now and still raining in the palm trees.

“Anyway, I want a cat,” she said, “I want a cat. I want a cat now. If I can’t have long hair or any fun, I can have a cat.”

George was not listening. He was reading his book. His wife looked out of the window where the light had come on in the square.

Someone knocked at the door.

“Avanti,” George said. He looked up from his book.

In the doorway stood the maid. She held a big tortoise-shell cat pressed tight against her and swung down against her body.

“Excuse me,” she said, “the padrone asked me to bring this for the Signora.”

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2024

 

Φαιν      Φαινόμενο Dunning-Kruger Σχόλια

 



Το διάγραμμα είναι το αποτύπωμα έρευνας σε φοιτητές των καθηγητών ψυχολογίας

David Dunning and Justin Kruger του Cornell University N.Y (1999)

 

  Το διάγραμμα είναι ελλιπές, άρα λάθος: Τι λέει:  Άτομα με ελάχιστες γνώσεις αναπτύσσουν την μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση - Λογικό, με τα λίγα που έμαθαν νομίζουν ότι ξέρουν τα πάντα -  Έπειτα άνθρωποι με μέτρια γνώση, που σε κάθε τους βήμα αποδεικνύεται ανεπαρκής, καταλήγουν με κλονισμένη αυτοπεποίθηση - Λογικό και κατανοητό - Τέλος άνθρωποι με εξαιρετική γνώση, προφανώς συνειδητοποιώντας πόσα ακόμη δεν ξέρουν,  γίνονται σκεπτικιστές και επιφυλακτικοί - Ελλιπές, άρα λάθος - Το λάθος έγινε γιατί η έρευνα σχεδιάστηκε από καθηγητές για φοιτητές, που σημαίνει ότι οι ερωτώμενοι δεν ήταν σε θέση ακόμα να προχωρήσουν την τρίτη φάση μέχρι το τέλος, εκεί που η εξαιρετική γνώση οδηγεί  τον επιστήμονα (όχι τον φοιτητή) στην ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ. Θα ήταν τραγικό αν η γνώση κατέληγε οριστικά σε επιφυλακτικότητα και σκεπτικισμό.