Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Το μάθημα που δεν έκανα ποτέ


Γεια σας βαριεστημένα πλάσματα. Μαζί θα κάνουμε Αντιγόνη. Όχι γραμματική, συντακτικό και μετάφραση, όχι νεκροψία στο κείμενο, αλλά ανθρώπινους χαρακτήρες και γλώσσα, ζωντανά δηλαδή πράγματα.
Ξέρετε ότι η Αντιγόνη ήταν συνομίληκή σας; Ότι είχε ακριβώς τις ίδιες αντιδράσεις και τα ίδια συναισθήματα μ’ εσάς; Έπαιρνε τα πράγματα πάντοτε προσωπικά. Ήταν ιδεολόγος και απόλυτη στις ιδέες της, ατρόμητη και αυθάδης. Ήταν σκληρή αλλά ευαίσθητη. Απαρνιόταν τη ζωή που όμως αγαπούσε με πάθος. Το αγόρι της ο Αίμονας, για να υπερασπιστεί αυτήν και το δίκαιο που υποστήριζε συγκρούστηκε άγρια με τον πατέρα του και πέθανε μαζί της. Η μικρότερη αδελφή της την θαύμαζε για το κουράγιο που η ίδια δεν είχε.
Στην  τραγωδία αυτή συγκρούστηκαν οι νέοι με τους ώριμους, νικήθηκαν, αλλά η ψυχική τους δύναμη ράγισε τις συντηρητικές καρδιές και τσάκισε την αλαζονεία της παντογνωσίας τους. Αυτά αρκούν, τα  υπόλοιπα θα τα ανακαλύψετε μόνοι σας, μόνοι σας χωρίς καθοδήγηση, όπως τα νιώθετε και τα αισθάνεστε. Μπορεί ίσως να γράψετε μια δική σας σύγχρονη Αντιγόνη, όπως ο Μπρεχτ.
Κάτι ακόμα. Δεν θα σας ζητήσω να μάθετε την μετάφραση απ’ έξω. Θα διαβάσουμε μαζί τη μετάφραση παράλληλα με το αρχαίο κείμενο μια, δυο, τρεις φορές, θα συνδυάζουμε τις αρχαίες λέξεις με τις νεοελληνικές και μετά θα μπορείτε να διαβάζετε το αρχαίο κείμενο και να το καταλαβαίνετε. Έτσι θα νιώσετε την μαγεία.  Άλλωστε πλάκα δεν θα είχε να ξέρετε να λέτε στ’ αρχαία:

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

 Η αλληγορία του ακυβέρνητου σκάφους του Πλάτωνα
(Πολιτεία 487d- 491c)
Σωκράτης: Φαντάσου τον λαό σαν ένα καραβοκύρη σωματώδη και χειροδύναμο αλλά λίγο κουφό, λίγο μύωπα και αδαή που πρέπει να δώσει το τιμόνι του καραβιού του σε κάποιους για να το κουμαντάρουν. Και φαντάσου τους πολιτικούς σαν ένα τσούρμο ναύτες  που δεν έχουν ιδέα από την ναυτική τέχνη κι όμως συνωστίζονται γύρω του και σπρώχνονται και κάνουν τα πάντα για να τους δώσει το τιμόνι, ποτίζοντάς τον με υπνωτικό και κρασί, μέχρι να τον δέσουν χεροπόδαρα και να γίνουν αφεντικά στο καράβι. Τότε πια θα γλεντούν και θα πίνουν και θα βγάλουν αρχηγό τους αυτόν που κατάφερε καλύτερα να ξεγελάσει τον καραβοκύρη. Στο μεταξύ το καράβι θα πλέει ακυβέρνητο καρυδότσουφλο στη μέση του πελάγους, καθώς αυτό το αληταριό δεν έχει ιδέα από τις εναλλαγές  του χρόνου και  των εποχών, τις κινήσεις των άστρων και  τους ανέμους· και το χειρότερο είναι ότι η αλαζονεία τους κάνει να μη βλέπουν την ασχετοσύνη τους και να μη παραδέχονται ότι κάποιοι άλλοι μελέτησαν και ξέρουν την ναυτική τέχνη.
Αυτοί θα έπρεπε να είχαν αναλάβει το καράβι από την αρχή, αλλά ο καραβοκύρης δεν τους αναζήτησε κι οι ίδιοι ποτέ δεν θα καταδέχονταν να πάνε και να ζητήσουν να τους κάνει καπετάνιους. Έτσι είναι και στην πολιτική. Ο λαός δεν αναζητά όσους αποδεδειγμένα έχουν την ικανότητα, το ήθος και την γνώση να κυβερνήσουν, γιατί του φαίνονται θεωρητικοί κι άχρηστοι. Οι ίδιοι από την άλλη δεν καταδέχονται να διεκδικήσουν την θέση που τους αξίζει στα κοινά, μένουν ανενεργοί, μέχρι που στο τέλος καταντούν άχρηστοι.
            Έτσι η πολιτεία σαν το καράβι θα πηγαίνει ακυβέρνητη και δεν θα ορθοπλωρήσει αν δεν πάρουν το τιμόνι οι άνθρωποι με γνώσεις, συνθετική σκέψη, πείρα ζωής, διοικητικές ικανότητες, κουράγιο, μεγαλείο ψυχής και αδαμάντινο χαρακτήρα.

Σχόλιο : Εκείνο που θα πω στον Πλάτωνα όταν τον συναντήσω είναι ότι έπρεπε να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στο σημείο που λέει ότι ο λίγο κουφός και λίγο στραβός, και πολύ αδαής και πολύ αφελής καραβοκύρης του μύθου είναι  ο λαός.  Μήπως και αποκτήσουν μερικοί αυτογνωσία. 

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015


                           Ο ιστορικός έχει οξύτερη πολιτική κρίση από τους πολιτικούς


ΕΡΩΤΗΣΗ: Γράψατε ότι ο ιστορικός έχει οξύτερη πολιτική κρίση από τον πολιτικό. Τι σας κάνει να το πιστεύετε;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Πρώτα μια διευκρίνιση, εκτός αν ο πολιτικός είναι ιστορικός μελετητής και στοχαστής· για παράδειγμα ο Ελευθέριος Βενιζέλος μελέτησε και μετέφρασε τον Θουκυδίδη. Μιλάμε λοιπόν για τον πολιτικό της σειράς· αυτός είναι ένας τακτικιστής που κάνει βραχυπρόθεσμους κομματικούς  σχεδιασμούς,  δεν ξέρει τι σημαίνει ενδελεχής μελέτη, κριτική αποτίμηση των παραμέτρων και ασφαλής πρόβλεψη. Ο πολιτικός της σειράς είναι κάποιος καταφερτζής που βρίσκεται στην εξουσία μέχρι να βρεθεί ο πονηρότερος.
Ο ιστορικός έχει ασκηθεί στο να «βλέπει» και να αναγνωρίζει τα αίτια που παράγουν  τα γεγονότα και να διερευνά τα σημάδια που αγνοήθηκαν  από τους πολιτικούς τη στιγμή που τα πράγματα ήταν εν τη γενέσει τους. Ο ιστορικός  βλέπει την ιστορία ως σύνολο αλληλοσυνδεόμενων γεγονότων, ως μια σειρά εξελισσόμενων καταστάσεων, ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης δύναμης και αδυναμίας, και αυτό προϋποθέτει ότι έχει αναπτύξει διορατικότητα και πολιτική κρίση. 
Διαλέγω ένα παράδειγμα από την ιστορία της Θεσσαλονίκης του 14ο αιώνα: Ο Θωμάς Μάγιστρος, αυτοκρατορικός αξιωματούχος και διακεκριμένος λόγιος εκφωνεί το 1328 λόγο «Περί ομονοίας» (χειρόγραφο Εθνικής Βιβλιοθήκης Παρισίου που εξέδωσα και σχολίασα στην διπλωματική μου εργασία στην Σορβώννη 1978 ) για να προειδοποιήσει την πολιτικοοικονομική ιθύνουσα τάξη της Θεσσαλονίκης για τον επαπειλούμενο εμφύλιο. Εκείνοι τον αγνοούν.  Η κατάσταση χειροτερεύει μέχρι που την εξουσία καταλαμβάνουν βιαίως οι Ζηλωτές και εγκαθιστούν την «κομμούνα της Θεσσαλονίκης»  που ασκεί την εξουσία με ταξικό μίσος για δέκα σχεδόν χρόνια μέχρι να ανατραπεί άγρια από τις αυτοκρατορικές δυνάμεις. Ο λόγιος είχε προβλέψει, αλλά οι πολιτικοί ούτε μπορούσαν  να δουν τις εξελίξεις που έρχονταν, ούτε αντιλήφθηκαν τη δυναμική τους.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιατί σήμερα ποτέ δεν βλέπουμε ιστορικούς σε καίριες πολιτικές θέσεις;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Γιατί οι πολιτικοί ενοχλούνται από αυτούς που έχουν διαφορετική προοπτική των πραγμάτων.  Άλλωστε η λογική τους είναι λογική εγκληματία. Κάθε εγκληματίας πιστεύει ότι είναι πιο έξυπνος από αυτούς που βρίσκονται στις φυλακές και δεν θα τον πιάσουν. Έτσι και κάθε πολιτικός πιστεύει ότι αυτός θα είναι πιο έξυπνος απ’ αυτόν που καθόταν στην ίδια καρέκλα πριν απ’ αυτόν κι ότι θα ξεγελάει τους πάντες για πάντα. Οι εγκληματίες κι οι πολιτικοί, κι άλλοι βέβαια, δεν παραδειγματίζονται. Αν λειτουργούσε ο παραδειγματισμός σήμερα δεν θα υπήρχαν ούτε εγκληματίες, ούτε «πολιτικοί».

ΕΡΩΤΗΣΗ: Αφού, λοιπόν, γράφοντας δεν θα επηρεάσετε αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις, γιατί εξακολουθείτε να γράφετε;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν λειτουργεί ο παραδειγματισμός.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Τι σας υπαγορεύει η ιστορική σας ενόραση για τα πολιτικά πράγματα σήμερα;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Θα είμαστε τυχεροί αν δεν πάνε πάρα πολύ άσχημα. Γιατί οι πολιτικοί δεν έχουν στην πλειοψηφία τους παιδεία, που σημαίνει κατά την αρχαία ελληνική φιλοσοφία δεν έχουν ουσιαστική γνώση και ηθική. Αυτό τους κάνει κοντόφθαλμους μικρόμυαλους, μικρόψυχους, μικρόπνοους, ετεροπροσδιοριζόμενους, θερμοκέφαλους, αγενείς και αμετροεπείς, ανερμάτιστους, ανακόλουθους, ανεύθυνους, ματαιόδοξους, μισαλλόδοξους, δογματικούς, υστερόβουλους, ρεβανσιστές και καταστροφικούς. 

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015

Διαβάστε μαζί μου
την «Αλληγορία του σπηλαίου» του Πλάτωνα
περί παιδείας και Δικαιοσύνης στην Ιδεώδη Πολιτεία

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Φίλοι μου,  Αυτά που θέλω να πω για παιδεία, απαιδευσία και δικαιοσύνη θα τα καταλάβετε από την παρακάτω αλληγορία. Φανταστείτε μέσα σε μια βαθιά σπηλιά να βρίσκονται άνθρωποι από παιδιά δεμένοι στα πόδια και στους αυχένες, ώστε να μη μπορούν να σηκωθούν και να είναι υποχρεωμένοι να βλέπουν μόνο μπροστά, χωρίς δηλαδή να μπορούν να γυρίζουν το κεφάλι τους. Η σπηλιά φωτίζεται μόνο από μια  φωτιά που καίει πίσω από τους δεσμώτες σε απόσταση απ’ αυτούς για να τους φωτίζει, γιατί  το άνοιγμα προς τα έξω είναι μακριά και ψηλά και δεν μπορεί να μπει το φως του ήλιου. Φανταστείτε τώρα ανάμεσα στη φωτιά και τους δεσμώτες να περνά  ένας δρόμος και παράλληλα στον δρόμο να είναι κτισμένος ένας τοίχος στο μπόϊ ενός ανθρώπου. Φανταστείτε ακόμα ανθρώπους να περπατάνε στον δρόμο μεταφέροντας ανδριάντες και άλλα ομοιώματα μεγάλα που ξεπερνούν το ύψος του τοίχου, κι άλλους απ’ αυτούς να μιλάνε μεταξύ τους κι άλλους όχι.
Οι αλυσοδεμένοι δεσμώτες, που δεν μπορούν να γυρίσουν και να δουν τι συμβαίνει πίσω τους, ακούν και προσπαθούν να εικάσουν τι γίνεται από τις σκιές που δημιουργεί το φως της φωτιάς στο τοίχωμα της σπηλιάς μπροστά τους. Κι επειδή τις σκιές των ανθρώπων δεν τις βλέπουν, γιατί τους κρύβει ο τοίχος, και βλέπουν μόνο τις σκιές των αγαλμάτων και των ομοιωμάτων που εξέχουν πάνω από τον τοίχο, νομίζουν, είναι σίγουροι, ότι αυτά περπατούν στον δρόμο πίσω τους και μιλούν. Σαν στο κουκλοθέατρο ή το θέατρο σκιών που νομίζεις ότι μιλάνε οι κούκλες, ενώ η φωνή που ακούς είναι του «θαυματοποιού» που κρύβεται πίσω ή κάτω από την σκηνή και κουνάει τις κούκλες.
ΓΛΑΥΚΩΝ: Αλλόκοτη εικόνα περιγράφεις και αλλόκοτους δεσμώτες.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ:  Όμοιους μ' εμάς.
ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ: Δηλαδή, δάσκαλε, η σπηλιά συμβολίζει την κοινωνία μας και οι δεσμώτες συμβολίζουν εμάς τους ίδιους καθηλωμένους με τις αλυσίδες της απευδευσίας, της άγνοιας, των ψευδαισθήσεων, της πλάνης, της πίστης στο απατηλό αυτονόητο, πνευματικούς δεσμώτες  που δεν μπορούν να δουν και να πάρουν μια ελάχιστη ιδέα για την αληθινή εικόνα των πραγμάτων. Αν είναι έτσι, υπάρχει ελπίδα;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Η συνέχεια της αλληγορίας θα σου δώσει την απάντηση. Κάποιοι δεσμώτες θα καταφέρουν να λυθούν και θα αρχίσουν να ανεβαίνουν προς την έξοδο. Αυτοί στο φως της φωτιάς θα μπορέσουν να δουν τα πράγματα όπως είναι - τον δρόμο, τους ανθρώπους, τα πράγματα που κουβαλούν - και θα συνειδητοποιήσουν γρήγορα πόσο απατηλές ήταν οι σκιές που έβλεπαν. Και πάλι όμως, επειδή το φως δεν είναι αρκετό και τρεμοπαίζει, οι εικόνες θα είναι ασαφείς και οι ίδιοι θα εξακολουθούν να βρίσκονται σε σύγχυση.
ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ: Δηλαδή δάσκαλε, αν σωστά ερμηνεύω την αλληγορία οι απελευθερωμένοι δεσμώτες είναι οι άνθρωποι που ξεφεύγουν από την σφαίρα της εικασίας και της πλάνης και ζητάνε να δουν τα πράγματα με τα μάτια τους. Και το φως της φωτιάς συμβολίζει τις αισθήσεις με τις οποίες προσπαθούν να δουν και να καταλάβουν τον κόσμο γύρω τους.  Όμως οι αισθήσεις δεν είναι αρκετές κι έτσι η εικόνα που προσλαμβάνουν είναι ασταθής και μεταβαλλόμενη και η γνώση που αντλούν απ’ αυτές ατελής. Πώς θα βρουν την στέρεη γνώση;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Βγαίνοντας  από το σπήλαιο στο φως του ήλιου. Συνεχίζουν, λοιπόν, οι απελευθερωμένοι δεσμώτες την επίπονη ανάβαση προς την έξοδο της σπηλιάς. Καθώς πλησιάζουν η λάμψη τούς πληγώνει  τα μάτια, κάποιες στιγμές δυσανασχετούν και θέλουν να επιστρέψουν. Αν ωστόσο συνεχίσουν και βγουν στον έξω κόσμο, βαθμιαία συνηθίζουν στη λάμψη και αρχίζουν να βλέπουν τον πραγματικό κόσμο λουσμένο στο φως του ήλιου.
ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ: Αποκρυπτογραφώντας πάλι, δάσκαλε, καταλαβαίνω ότι ο ανηφορικός, δύσκολος και επίπονος δρόμος που ανεβαίνουν οι απελευθερωμένοι δεσμώτες μέσα στη σπηλιά είναι ο δρόμος της παιδείας. Το φως του ήλιου που φωτίζει τα πράγματα εκτός σπηλιάς συμβολίζει την γνώση και την επιστήμη, τα μαθηματικά, την γεωμετρία, την αστρονομία, που επιτρέπουν  σ’ αυτούς που τις κατακτούν να εξηγήσουν τα σχήματα, τις αναλογίες, τις αρμονικές ακολουθίες των όντων. Τελείωσε η πορεία προς την γνώση;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Όχι, μένει το ανώτατο επίπεδο γνώσης, η φιλοσοφία και η διαλεκτική, που οδηγούν στον κόσμο των Ιδεών. Στο τέλος αυτού του σταδίου θα μπορέσουν να κοιτάξουν  κατευθείαν τον ίδιο τον ήλιο που συμβολίζει την υπέρτατη Ιδέα του Αγαθού και θα αναγνωρίσουν την κυριαρχία του στον κόσμο. Τότε θα έχουν φθάσει στο ύψιστο σημείο της γνώσης και της ηθικής τελείωσης, θα είναι φιλόσοφοι.
ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ: Φιλοσοφία και Διαλεκτική. Κόσμος των Ιδεών, των αιώνιων και άφθαρτων, άυλων οντοτήτων που αποτελούν τα πρότυπα των αισθητών αντικειμένων, τα οποία είναι απλά είδωλά τους. Ιδέα του Αγαθού και ο  Ήλιος ως σύμβολο του Αγαθού που δημιούργησε τον αισθητό κόσμο,  οργάνωσε την τάξη που τον συνέχει, είναι η πηγή της αλήθειας, της επιστήμης και της νόησης που επιτρέπει την σταδιακή προσέγγιση στον κόσμο των Ιδεών και την κατανόηση της υπέρτατης ουσίας του.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Έτσι ακριβώς.  Έχοντας λοιπόν οι φιλόσοφοι κατανοήσει τον κόσμο των Ιδεών  κι έχοντας αντικρύσει κατάματα τον ήλιο που συμβολίζει την Ιδέα του Αγαθού, θα αισθάνονται απόλυτα ευτυχισμένοι. Δέκα φορές θα διάλεγαν να γίνουν σκλάβοι του χειρότερου αφέντη παρά να γυρίσουν στην κατάσταση που βρίσκονταν μέσα στην σπηλιά.
Παρόλα αυτά  έχουν καθήκον και υποχρέωση σύμφωνα με τους νόμους της Ιδεώδους Πολιτείας να γυρίσουν πίσω για να ελευθερώσουν τους παλιούς συντρόφους τους από την πλάνη της απαιδευσίας και την φαυλότητα των δεσμωτών που τους κυβερνούν. Όταν όμως βρεθούν μέσα στη σπηλιά τα λόγια τους θα ανατρέπουν τις όποιες πεποιθήσεις των παλιών συνδεσμωτών τους και μοιραία θα διεγείρουν αμφισβήτηση και μίσος στο πρόσωπό τους, θα γίνουν θύματα χλευασμού, ακόμη και επιθέσεων, μπορεί ακόμη και να τους εξοντώσουν. Παρά ταύτα οι φιλόσοφοι έχουν την υποχρέωση να κατεβούν στη σπηλιά και να προσπαθήσουν να διαφωτίσουν τους δεσμώτες και να κυβερνήσουν.   
ΓΛΑΥΚΩΝ : Μα πώς εμείς, οι ιδρυτές της Ιδεώδους Πολιτείας, θα αδικήσουμε τους φιλοσόφους και θα τους κάνουμε να ζήσουν χειρότερα, ενώ είναι δυνατόν να ζουν ευτυχισμένοι στον κόσμο της γνώσης;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ξέχασες φίλε μου ότι στην Ιδεώδη Πολιτεία δεν έχει σημασία να ευτυχήσει μια κοινωνική ομάδα, αλλά ολόκληρη η πόλη. Γι’ αυτό ο νόμος ορίζει ότι ο καθένας θα πράττει αυτό για το οποίο είναι πλασμένος και κατάλληλα εκπαιδευμένος· άρα  την διακυβέρνηση δεν επιτρέπεται να την έχουν οι αμαθείς δεσμώτες της πλάνης αλλά οι φιλόσοφοι που κατέχουν τη γνώση και την ηθική που απορρέει από τη γνώση,  με μόνη τους ανταμοιβή τις τιμές που έχουν θεσπιστεί από την πολιτεία γι’ αυτούς. Αυτό σημαίνει Δικαιοσύνη στην Ιδεώδη Πολιτεία.
ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ: Σε παρακαλώ, δάσκαλε, εξήγησε για μια ακόμη φορά την ερμηνεία που δίνεις στον όρο Δικαιοσύνη.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Αρκεί αυτός ο απλός συλλογισμός: αν η πόλη καταστραφεί επειδή κανείς δεν κάνει αυτό που μπορεί αλλά όλοι ανακατεύονται σε όλα, και στην διακυβέρνηση,   η καταστροφή που θα προκαλέσουν δεν θα αποτελεί αδικία; Πώς λοιπόν το αντίθετο δεν είναι Δικαιοσύνη; 

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015


Ο Θουκυδίδης δείχνει ως ένοχο τον λαό

Μια πτυχή του μεγάλου εμφυλίου που ονομάζουμε Πελοποννησιακό Πόλεμο ήταν τα Κερκυραϊκά, ο εμφύλιος δηλαδή μεταξύ ολιγαρχικών και δημοκρατικών στην Κέρκυρα. Δεν ήταν ο μόνος εμφύλιος ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις στην διάρκεια του Πολέμου αλλά ήταν ο πρώτος. Τα γεγονότα αναμφίβολα τραγικά, αλλά ο λόγος που καταγράφονται τόσο αναλυτικά από τον Θουκυδίδη είναι γιατί του δίνουν την ευκαιρία να χαρτογραφήσει την συμπεριφορά και τις παρορμήσεις του όχλου:

Μέσα στον όχλο το προσωπικό και κομματικό συμφέρον υποσκιάζουν κάθε όριο δικαιοσύνης και δικαιώνουν  την υστεροβουλία, την εκδικητικότητα, την ραδιουργία, την δολιότητα, την βαναυσότητα και τον διχασμό· η παράλογη τόλμη βαφτίζεται ανδρεία, η φρόνηση δειλία, η προνοητικότητα προδοσία, ο φανατισμός αφοσίωση· οι κατώτεροι αφανίζουν με χαιρεκακία τους ανώτερους.

Στην αφήγηση της εμφύλιας διαμάχης ο Θουκυδίδης δεν γράφει ούτε ένα όνομα αρχηγού των παρατάξεων. Οι εμπλεκόμενοι αναφέρονται ως «οι ολιγαρχικοί», «οι δημοκρατικοί», «οι δυο ομάδες», «δέκα άντρες», «οι Κερκυραίοι». Γιατί; Γιατί δεν θέλει να απαλλάξει τα άτομα από την ηθική, ιστορική, πολιτική και ατομική τους ευθύνη και να φορτώσει το φταίξιμο στους αρχηγούς, που μπορεί να είναι εγκληματικά υπεύθυνοι αλλά δεν είναι οι μόνοι.

Υπόλογοι και εγκληματίες είναι όλοι όσοι θεωρητικά ήταν πολίτες, αλλά ουσιαστικά δεν ήταν. Γιατί δεν νοούνται ως πολίτες όσοι υποχωρούν στον θυμό ή στα πάθη τους, όσοι γίνονται ετεροκαθοριζόμενος όχλος, όσοι απεμπολούν την ηθική αρετή, την σύνεση, το αίσθημα της δικαιοσύνης και την συνείδηση του κοινού καλού,  όσοι, έστω εκ των υστέρων, δεν κάνουν πίσω δεν συνετίζονται, αλλά ανατροφοδοτούν την μισαλλοδοξία και την μανία τους.

Γι’ αυτήν την πολιτική εγκληματικότητα δεν υπάρχει ελαφρυντικό. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι δεν ήξεραν, ότι παραπλανήθηκαν. Αυτό είναι λάθος σύμφωνα με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία που πρεσβεύει ότι το σωστό και το δίκαιο αποτελούν πολιτικές αρετές που οφείλει να έχει και να καλλιεργεί κάθε άνθρωπος για να υπάρχουν ευημερούσες πολιτείες. Πάνω στην καθολικότητα της πολιτικής αρετής στηρίζεται όλο το οικοδόμημα της δημοκρατίας. Η πολιτική αρετή είναι ηθική αρετή και δεν ταυτίζεται με την διανοητική αρετή, δηλαδή την γνώση. Άλλωστε, αν το «δεν ήξερα» αποτελούσε ελαφρυντικό και αθωωτικό στοιχείο, τότε θα έπρεπε αυτομάτως ο κάθε αδαής εγκληματίας να απαλλάσσεται  από τα δικαστήρια λόγω άγνοιας.


Συνεπώς, ο Θουκυδίδης θέλει να πει ότι: για ό, τι κακό έγινε στην Κέρκυρα και στις άλλες πόλεις φταίνε οι λαοί που σ’ εκείνη την περίοδο λειτούργησαν ως μάζες. Κι εδώ τελειώνει το παραμύθι ότι ο λαός είναι εξ ορισμού σοφός. 


Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Διάλογος Σωκράτη Πρωταγόρα στον Άδη

Τελειώνοντας κίνησε να προχωρεί στα άδυτα του Άδη· αχνές σκιές πλησίαζαν κι έφευγαν πάλι πίσω, μέχρι που μέσα στο ζοφερό σκοτάδι ξεχώρισε μια επιβλητική φιγούρα να τον πλησιάζει σαν να τον έψαχνε από ώρα. Με δυσκολία τον γνώρισε, ήταν ο Πρωταγόρας ο σοφιστής που του μίλησε με λόγια συμπάθειας: 

-Σωκράτη, είναι αλήθεια ότι σε βρήκε άδοξος θάνατος γιατί σε συκοφάντησαν κι εσένα άχρηστοι άνθρωποι;

- Αλήθεια είναι. Με κατηγόρησαν ότι ήμουν, λέει, άθεος, έφερνα καινά δαιμόνια και διέφθειρα τους νέους. Γελοίες κατηγορίες, γιατί, όπως είπα στους Αθηναίους στην Απολογία μου, δεν μπορεί κάποιος που δεν πιστεύει στους θεούς να εισάγει νέους θεούς καθώς επίσης δεν μπορεί να εκπαιδεύει τους νέους στο  κακό που, αν επικρατήσει στην πόλη, θα  αφανίσει και τον ίδιο.

 Στην πραγματικότητα με σκότωσε το μίσος των Αθηναίων πάνω στο οποίο βρήκαν πρόσφορο έδαφος οι συκοφαντίες των κατηγόρων μου. Με μισούσαν γιατί με τις ερωτήσεις που έκανα σε δήθεν σοφούς πολίτες αποδείκνυα στους ίδιους και στους άλλους ότι δεν ήξεραν τίποτα καλό και σωστό, παρόλο που είχαν την φήμη του σπουδαίου. Και εκτός απ’ αυτούς με μισούσαν και οι άλλοι που ήταν μαζί τους, γιατί τολμούσα να αμφισβητώ αυτούς που θαύμαζαν. Εγώ όμως δεν έδινα σημασία στο μίσος τους, αντίθετα μάλιστα μέσα μου χαιρόμουν που έβγαινε σωστός ο χρησμός του Απόλλωνα που είχε πει ότι ήμουν ο σοφότερος άνθρωπος· εγώ τουλάχιστον είχα επίγνωση ότι δεν ξέρω τίποτα, ενώ οι άλλοι νόμιζαν ότι ξέρουν χωρίς να ξέρουν, άρα ήμουν σοφότερος.

Και, όπως τους είπα στο δικαστήριο, αν το αντάλλαγμα για να ζήσω ήταν να πάψω να μιλάω, τότε ευχαρίστως θα διάλεγα το θάνατο.

-Περίεργη Απολογία φαίνεται ότι έκανες, Σωκράτη, και λυπάμαι που δεν ήμουν εκεί να τους βλέπω όσο σε άκουγαν.

-Έχεις δίκιο. Αλλά νομίζω πως ό, τι κι αν έλεγα το είχαν πάρει απόφαση να μου κλείσουν το στόμα. Η αιτία ήταν πολιτική. Κάποιοι θα σκεφτούν ότι τάχα δεν μου συγχωρούσαν το γεγονός πως τους αδίκησαν μαθητές μου, όπως ο Αλκιβιάδης, ο Χαρμίδης και ο Κριτίας. Λάθος. Με είχαν βάλει στο μάτι οι δημαγωγοί γιατί προσπάθησα να σταθώ εμπόδιο στην ανήθικη δημαγωγία τους, όταν τους είπα στην εκκλησία ότι τα ψηφίσματα του λαού που αποσπούσαν με ψέματα και κολακείες δεν μπορούν να έχουν μεγαλύτερη ισχύ από τον νόμο, γιατί αυτό αποτελεί παρέκκλιση και διαφθορά της δημοκρατίας.

- Με στενοχωρούν αλλά δεν με ξαφνιάζουν, Σωκράτη, τα λόγια σου. Μίσος και πολιτική ήταν, όπως ξέρεις, οι λόγοι της δίωξης πολλών ανδρών. Εσένα σε σκότωσαν οι αυτοαποκαλούμενοι δημοκρατικοί, εμένα με μισούσαν και με καταδίωξαν οι ολιγαρχικοί που έβαλαν κάποιον ασήμαντο να με κατηγορήσει για αθεΐα και ασέβεια κι έκαψαν τα βιβλία μου στην αγορά.

Δυστυχώς, η δημοκρατία που στηριζόταν στον  νόμο και στην πολιτική αρετή, η ελευθερία, η ισονομία, η αξιοκρατία και η αριστεία έλαμψαν για λίγο στην Αθήνα για να τις μάθουν οι άνθρωποι και να τις μνημονεύουν για πάντα· αλλά ήταν μοιραίο να σβήσουν, γιατί δεν τις θέλουν οι  μέτριοι, οι ανάξιοι και οι κακοί που είναι οι περισσότεροι.

Εγώ όμως, Σωκράτη, όταν με κατηγόρησαν, έφυγα για να μη δώσω στους άχρηστους και τους κακούς τη χαρά να μ’ εξοντώσουν. Και δεν μετανιώνω. Εσύ γιατί δεν έφυγες;

-Αυτό, Πρωταγόρα, δεν θα το έκανα ποτέ, όπως εξήγησα και στον Κρίτωνα που ήθελε να με φυγαδεύσει από την φυλακή. Για μένα δεν έχει σημασία πώς είναι και πώς λειτουργεί η δημοκρατία, αλλά πώς πρέπει να είναι και πώς πρέπει να λειτουργεί. Τι θα απαντούσα στους Νόμους αν την ώρα που έφευγα στέκονταν μπροστά μου αυστηροί και μου έλεγαν «Σωκράτη, πες µας, τι έχεις κατά νου να κάνεις; ∆εν σκέπτεσαι πως µε αυτή την φυγή σου καταργείς εµάς και όλη την Πολιτεία;  Ή νομίζεις πως είναι δυνατόν να σταθεί ορθή µια Πολιτεία και να µην ανατραπεί, εκεί όπου οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν έχουν κανένα κύρος; Εσύ δεν ήσουν που δίδασκες ότι τίποτα δεν πρέπει να λογαριάσει κανείς εµπρός στο δίκαιο; Εσύ δεν δίδασκες ότι ακόμη και όταν  αδικείται κάποιος δεν πρέπει να ανταποδίδει το άδικο, γιατί δεν πρέπει µε κανένα τρόπο να αδικεί;»

-Μα εσύ, Σωκράτη, φεύγοντας δεν θα διέπραττες αδικία, το αντίθετο μάλιστα θα εμπόδιζες να διαπραχθεί μια φρικτή αδικία.  Όπως σου είχα πει πριν πολλά χρόνια, όταν μιλούσαμε για  την αρετή στο σπίτι του Καλλία, πρέπει να τιμωρείται με τις έσχατες ποινές μόνο αυτός που δεν θέλει να διδαχθεί την αρετή και συνειδητά δεν την ασκεί και δεν την επιδιώκει. Εσύ όμως ήσουν ο ίδιος πάντοτε ενάρετος και δίδασκες και σε άλλους την αρετή, άρα με κανένα τρόπο η πολιτεία δεν έπρεπε να σου επιβάλει την ποινή του θανάτου και εσύ με κανένα τρόπο δεν έπρεπε να αφήσεις την κοινωνία και την πολιτεία να κάνουν τέτοιο έγκλημα.

- Λέμε διαφορετικά πράγματα, Πρωταγόρα. Εγώ σου λέω ότι δεν μπορούσα να αδικήσω και αδικώντας να αναιρέσω την ισχύ των Νόμων της πόλης και συ μου λες ότι έπρεπε να αδικήσω τους Νόμους επειδή με αδίκησαν ανάξιοι άνθρωποι.  Και παραβλέπεις ότι περιφρονώντας τους Νόμους θα έδινα την δυνατότητα σ’ αυτούς τους ανάξιους όχι να εξοντώσουν έναν γέρο άνθρωπο, αλλά να αποδυναμώσουν τους ίδιους τους Νόμους.

-Δηλαδή, Σωκράτη, θέλεις να με κάνεις να παραδεχτώ ότι έκανες πιο ισχυρούς τους Νόμους αφήνοντας να νικήσει η αδικία; Σκέψου μόνο αυτό που λέει ο Πυθαγόρας, ότι το κακό βρίσκεται στην ίδια συστοιχία με το άπειρο και το σκότος, πολλαπλασιάζεται και μαυρίζει τον κόσμο. Η καταδίκη σου δεν θα είναι η τελευταία αδικία απέναντι στους ανθρώπους της αλήθειας και της αρετής, απέναντι στην ίδια την αρετή. Θα είναι ορόσημο και αρχή.

Έτσι είπε και σώπασε. Κι ο Σωκράτης έμεινε κι αυτός σιωπηλός. Αυτά που είπε ο σοφιστής κλωθογύριζαν στη σκέψη του μαζί με όσα έλεγε στους φίλους του στην φυλακή λίγο πριν πεθάνει, ότι μένοντας πιστός στους Νόμους της πόλης δεν θα φοβηθεί να σταθεί μπροστά στους  αδελφούς τους, τους φοβερούς Νόμους του κάτω κόσμου. Και ξαφνικά απόρησε  που δε  τον είχαν ακόμη καλέσει. Πήγε να ρωτήσει τον Πρωταγόρα, αλλά αυτός είχε χαθεί μέσα στο Έρεβος που σκέπαζε σιγά-σιγά και τον ίδιο…