Παρασκευή 11 Ιουνίου 2021

                                                  

                                              Η ΑΚΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ




Τρίτη 4 Μαΐου 2021



Ο ΜΟΝΟΣ ΕΝΟΧΟΣ της Lisa Ballantyne

Ζέττη Βαρδάκη, βιβλιοπαρουσίαση 



Ένας ευφυής, λίγο παράξενος, εντεκάχρονος κατηγορείται για τον εν ψυχρώ φόνο ενός οχτάχρονου. Ευγενικά ευθύς προς όλους ο κατηγορούμενος, αμέσως όμως συμπαθεί τον τριανταπεντάχρονο δικηγόρο που αναλαμβάνει την υπόθεσή του. Και ο δικηγόρος αυτόν· όταν ήταν μικρός είχε κι αυτός ροπή στην βία και αδυναμία ενσυναίσθησης. Μόνο που δεν βρέθηκε ποτέ κατηγορούμενος.

Εν τω μεταξύ πρέπει να πάει στην κηδεία  της θετής του μητέρας.  Οδηγώντας σκέπτεται τον μικρό στην φυλακή, σκέφτεται τον εαυτό του στην ηλικία του πάντα μπλεγμένο και καταχτυπημένο, θυμάται την μέρα που η πρόνοια τον πήγε σπίτι της, θυμάται πώς εκείνη τον είχε σώσει μαθαίνοντάς του την ζωή από την αρχή…. Αν μόνο δεν του είχε πει εκείνο το φοβερό ψέμα… Αν τυχαία κάποια στιγμή αυτός δεν είχε πέσει πάνω στην αλήθεια… Πόσο είχε θυμώσει μαζί της, πώς την είχε κατηγορήσει... Κι εκείνη κλαίγοντας του είχε κάνει μόνο μια ερώτηση «Κι εσύ γιατί δεν έψαξες;» Ούτε που ήθελε να την ακούσει.  Έφυγε και δεν την ξαναείδε.

         Τώρα μετά την τελετή έπρεπε να γυρίσει γρήγορα για να βρει τρόπο να σώσει τον μικρό ιδιόρρυθμο πελάτη του. Τα κατάφερε. Την κέρδισε την δίκη. Αλλά δεν είχε προλάβει να χαρεί όταν ο μικρός, για να τον ευχαριστήσει, τού φανέρωσε την διεστραμμένη αλήθεια του - Ναι, είχε σκοτώσει τον μικρό φίλο του γιατί δεν του άρεσε η «μούρη» του - Η αλήθεια τον αρρώστησε. Δεν ήταν όμως μόνο η αλήθεια ήταν και η αυτοσυνειδητοποίηση μαζί. Από την πρώτη στιγμή είχε πιστέψει το ψέμα του μικρού ψυχασθενή γιατί ήθελε να το πιστέψει. Έτσι και τότε. Δεν ήταν εύπιστος, όμως είχε πιστέψει το ψέμα της γυναίκας χωρίς να ζητήσει από πουθενά μια επιβεβαίωση. Γιατί ήθελε να το πιστέψει, γιατί του έδινε το δικαίωμα να μπορεί να αισθάνεται καλά χωρίς τύψεις… και ελεύθερος.  [«Κι εσύ γιατί δεν έψαξες;»] 

Παρασκευή 9 Απριλίου 2021

 

 «Τα φίδια δεν έχουν έλεος»

[Απόσπασμα από το βιβλίο του Dean Koontz,

Μετάφραση Ζέττης Βαρδάκη ]

 

Τον «κακό» όλοι σχεδόν τον συμπαθούν, φίλοι και γείτονες,  γιατί οι κακοί έχουν την ικανότητα να εξαπατούν, και όχι μόνο τους ευκολόπιστους. Ουδεμία έκπληξη μέχρις εδώ. Η έκπληξη είναι ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι συνειδητά προτιμούν να εξαπατηθούν.

Αν μου επιτραπεί να παραστήσω τον ερασιτέχνη φιλόσοφο, θα χωρίσω τους ανθρώπους σε τρεις κατηγορίες. Πρώτη κατηγορία εκείνοι για τους οποίους «ορθόν» σημαίνει απλώς όρθιο και «στρεβλόν» απλώς στραβό...Μερικοί απ’ αυτούς μπορεί να είναι και επικίνδυνοι κοινωνιοπαθείς ή δολοφόνοι.

Δεύτερη κατηγορία είναι εκείνοι που αναγνωρίζουν το σωστό και το λάθος και προσπαθούν να ζήσουν σωστά, όσο μπορούν. Αυτοί οι άνθρωποι πιστεύουν ότι υπάρχει στον κόσμο το αληθινό και αμείλικτο κακό. Εν τούτοις σαν από ψυχολογική άμυνα, πολλοί απ’ αυτούς υποτιμούν υπερβολικά την δυνατότητά του να νικά. Αυτοί είναι οι πιο ευάλωτοι έναντι του κακού. Όχι ότι θα κάνουν οι ίδιοι κάτι σοβαρά κακό, αλλά δεν μπορεί κανείς να τους έχει εμπιστοσύνη ότι θα αναγνώριζαν τα σημάδια του κακού αν τα έβλεπαν· είναι αυτοί για παράδειγμα που δεν θα υποψιάζονταν ποτέ τον γείτονα για δολοφόνο.

Τρίτη κατηγορία είναι κάποιοι τόσο απορροφημένοι με την ζωή τους, που δεν έχουν χρόνο να πολυσκεφτούν το σωστό και το λάθος. Όταν έρχονται αντιμέτωποι με το απόλυτο κακό δεν ξέρουν τι να κάνουν, τι να σκεφτούν και αρχίζουν να το αναλύουν σαν να είναι ένα περιπεπλεγμένο φαινόμενο. Ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για κάτι απλό. Με το να φαντάζονται όμως το κακό σαν κάτι αιωνίως ομιχλώδες, το ξεπλένουν από το κόκκινο του αίματος και το μαύρο του θανάτου και το βάφουν με αποχρώσεις του γκρι. Το αναλύουν από διάφορες ψυχολογικές και κοινωνιολογικές απόψεις  μέχρι να λειανθούν οι αιχμηρές γωνίες του. Αυτοί δεν θα αποφασίσουν ποτέ να συμπράξουν σε μια απευθείας σύγκρουση μαζί του. Στην πραγματικότητα είναι πολύ πιθανό, υπεραναλύοντας, να έχουν πειθαναγκάσει τους εαυτούς του να συμμαχήσουν με τα τέρατα. Γιατί έτσι θα μπορούν να συνεχίσουν την ζωή τους . Αυτή η ομάδα είναι η πολυπληθέστερη. 

       



Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020

 

An imaginary exchange between

F. Scott Fitzgerald and Ernest Hemingway,

put in Paris, in the mid twenties,

[ imaginary but totally based on lines written

by Fitzgerald and Hemingway]


 

-       Ernest Hemingway reciting: "The parties were bigger. The pace was faster. The shows were broader. The buildings were higher. The morals were looser. And the liquor was cheaper” I hate you Fitzgerald for writing this. I hate you.

-       F. Scott Fitzgerald: And the people a rotten crowd. Gatsby was worth the whole damn bunch put together. But the thing with Gatsby was that the rich are different.

 -    Ernest Hemingway: Yes, they have more money.

-       F. Scott Fitzgerald: The rich are careless and think they are better; even when they sink, they still think that they are better.

-       Ernest Hemingway: I do not accept it. I never think of ourselves as poor, we are superior people.

-       F. Scott Fitzgerald: Gatsby too. Gatsby believed in the ‘green light’, the orgastic future. The orgastic future that year by year recedes before us, eluded us, but that's no matter, tomorrow we will run faster, stretch out our arms farther. And one fine morning… So we beat on, boats against the current, borne back ceaselessly into the past. Lost.

-       Ernest Hemingway: I think that all generations are lost by something and always had been and always would be.

-       F. Scott Fitzgerald: Lost. You see I usually find myself lost among strangers because I drift here and there trying to forget the sad things that happened to me.

-            Ernest Hemingway: You can't get away from yourself by moving from one place to another. It is not the places it’s the people. People were always the limiters of happiness.

-            F. Scott Fitzgerald: Lost within and without, old sport, within and without, simultaneously enchanted and repelled by the inexhaustible variety of life.

-       Ernest Hemingway: If we were lucky enough to have lived in Paris young, wherever we go for the rest of our lives, this will stay with us, for Paris is a moveable feast. Write. You have always written before and you will write now. Write one true sentence. Write the truest sentence that you know.

-       F. Scott Fitzgerald: Show me a hero, and I'll write you a tragedy.

 

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2020

 review

Any way when life imitates a book I don’t believe in coincidences!

                                                                                        Zetti Vardaki

 

Prince with benefits, a (dirty romance)  by Nicole Snow:

His grandma, the queen of the island is over eighty and has reigned for fifty years.

He is a bad boy with a foul reputation, handsome and deep down gold- hearted and compassionate as his late mother was, while his father was an unfaithful bastard. 

He gets fascinated with an American girl he met by chance and thinks that marrying her would improve his life and his image – a family man and all –

The book was  published on 13 july 2016.

The same summer “somebody” arranged a blind meeting in London between Harry and Megan (The identity of this match maker is still unknown). Is this somebody perhaps in the publishing business in USA and had access to the script beforehand, or somebody who read the book by chance when published and got the idea?

            [ All and all sometimes having to write a review on a book I am not interested in proves to be not so bad at all Z.V.]

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2020

 


«Για ποιον xτυπά η καμπάνα»

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Hemingway πήγε εθελοντικά στην Ισπανία ως ανταποκριτής στην πλευρά των δημοκρατικών όταν γινόταν ο εμφύλιος του ‘37-38. Η αποστολή του ως ανταποκριτή ήταν ευκαιρία ή πρόσχημα, ήθελε να πάει γιατί ήταν δημοκράτης. Είδε πολλά όσο έμεινε στην Ισπανία και άκουσε περισσότερα για σκληροτράχηλους ενόπλους, ξένους πράκτορες, σαμποτέρ, αντίποινα, ιδεολόγους και αλήτες. Αυτά τα πολλά που είδε και άκουσε έπρεπε, ήθελε να τα γράψει· κι έτσι έγραψε το «Για ποιον χτυπά η καμπάνα».

 Το ’41 που εκδόθηκε το βιβλίο, οι καμπάνες δεν χτυπούσαν πια για την Ισπανία. Χτυπούσαν για την κατεχόμενη Ευρώπη, όπου από την Γαλλία μέχρι την Πολωνία και από την Νορβηγία μέχρι την Ελλάδα σκληροτράχηλοι ένοπλοι, ξένοι πράκτορες, σαμποτέρ, ιδεολόγοι και αλήτες είχαν αρχίσει το αντάρτικο… και οι εχθροί τα αντίποινα. Έτσι το «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» έγινε το μυθιστόρημα – προάγγελος για τα όσα ακόμα θα συνέβαιναν.  Γι’ αυτό «μη ρωτήσεις ποτέ για ποιον χτυπά η καμπάνα, χτυπάει για σένα».

Παρακάτω είναι κάποια σημεία που δίνουν τον σφυγμό του βιβλίου συντομευμένα και αποδοσμένα στα ελληνικά από μένα. Τα πιο ευαίσθητα όμως σημεία, όπως τους εσωτερικούς μονόλογους του ήρωα και το κύριο μέρος της συζήτησης περί διαφυγής με τον γέρο αντάρτη και την γυναίκα την Pilar, αυτά εν πολλοίς τα παραθέτω στο τέλος και από το πρωτότυπο (προς αντιπαραβολή).

 

                                                                                                                  ΖΕΤΤΗ ΒΑΡΔΑΚΗ

            Από το  κεφάλαιο 1. 

 Ήταν Αμερικάνος καθηγητής. Είχε έρθει για να πολεμήσει μαζί με τον δημοκρατικό στρατό γιατί μισούσε τον φασισμό. Ήξερε καλά την γλώσσα και την χώρα· και ήξερε καλά από εκρηκτικά….

Από το  κεφάλαιο 11. 

Το πρωί δυο μέρες πριν την ανατίναξη της γέφυρας, μαζί με την γυναίκα την Pilar που τον έκρυβε στο κρησφύγετο της ομάδας της και το κορίτσι την Maria, πήγαιναν να βρουν τον ορεσίβιο γερο- αντάρτη που η ομάδα του μαζί με την ομάδα της γυναίκας θα τον βοηθούσαν να ανατινάξει την γέφυρα. Από τον νεαρό αντάρτη που τους προϋπάντησε έμαθαν ότι όλη του η οικογένεια και άλλοι στο χωριό του είχαν εκτελεσθεί για αντίποινα σε σαμποτάζ. Θυμήθηκε. Δεν μίλησε όμως. Και δεν έπρεπε να αφήσει τον εαυτό του να επηρεαστεί.

 Ήταν παρτιζάνος. Κι οι παρτιζάνοι όφειλαν να κάνουν την δουλειά τους και να φύγουν. Αυτό έκανε κι αυτός μετά από κάθε «εντολή»·  κρυβόταν μέχρι να νυχτώσει και έφευγε. Οι χωρικοί που τον βοηθούσαν, τον φιλοξενούσαν που έτρωγε κι έπινε κρασί μαζί τους, αν δεν κατάφερναν να διαφύγουν, και όλοι στο χωριό την άλλη μέρα αντιμετώπιζαν το απόσπασμα· αλλά αυτός είχε πια φύγει. Μπορεί να το μάθαινε τυχαία, όπως τώρα, αλλά κατά βάθος πάντα ήξερε.  Όσο όμως κρατούσε ο πόλεμος δεν τον έπαιρνε να σκέφτεται - μόνος στόχος ο πόλεμος· γιατί αν χανόταν αυτός ο πόλεμος, θα χάνονταν όλοι κι όλα παντού.  Έπρεπε λοιπόν τώρα να εκτελεί τις διαταγές και να λογοκρίνει την σκέψη του, γιατί  στον πόλεμο - επαναλάμβανε στον εαυτό του- η σκέψη φέρνει ηττοπάθεια. Αργότερα μετά τον πόλεμο όλα που είχε δει και είχε ακούσει θα τα σκεφτόταν και θα τα έκρινε, όλα - και ήταν πολλά που ήθελε να σκεφθεί. Πολλά, πάρα πολλά.

 

Τώρα και γι’ αυτήν την ανατίναξη χρειαζόταν τους βουνίσιους αντάρτες. Από τον γέρο, λοιπόν, ζήτησε η ομάδα του να κόψουν τις επικοινωνίες, να σκοτώσουν τους φρουρούς και να βρουν άλογα για να τα έχουν για τις μετακινήσεις τους το πρωί πριν την ανατίναξη και μετά, για να απομακρυνθούν. Αντίστοιχες κινήσεις, είπε,  θα έκανε και η ομάδα του Pablo, του άντρα της γυναίκας -  αν δεν τους πρόδινε τελικά όλους ο άτιμος, σκέφθηκε .

Αλλά όταν ο γέρος τον ρώτησε αν είχε σχέδιο για την διαφυγή τους, δεν είχε τίποτα να πει ούτε σ’ αυτόν ούτε στην γυναίκα. Όταν τον ρώτησαν αν έχει σχέδιο για τον ίδιο, τους είπε ότι θα πήγαινε στην ζώνη που ήλεγχαν οι δημοκρατικοί.  Αλλά Όχι  είπε στην γυναίκα, δεν μπορούσε να την πάρει μαζί του. Και Όχι είπε στον γέρο η ανατίναξη δεν μπορούσε να γίνει την νύχτα, ώστε  να είναι πιο εύκολη η διαφυγή. Έπρεπε να γίνει την μεθεπομένη το πρωί συντονισμένα με την γενική επίθεση του ρώσου στρατηγού του οποίου εκτελούσε διαταγές, όπως γράφει το χαρτί, και Ναι ξέρει τις δυσκολίες διαφυγής τους επειδή η ανατίναξη θα γίνει μέρα και Ναι καταλαβαίνει ότι γι’ αυτόν που είναι ένας είναι εύκολο, ενώ αυτοί είναι πολλοί και διάφοροι και είναι πιο δύσκολο να διαφύγουν· αλλά η γέφυρα θα ανατιναχθεί το πρωί.

«Αφού είναι να γίνει μέρα θα γίνει μέρα»  είπε ο γερο-αντάρτης, «αλλά η διαφυγή θα είναι πολύ δύσκολη, αυτό με απασχολεί κι αυτό σου εξήγησα».

Φεύγοντας η γυναίκα έμεινε πιο πίσω να πει δυο κουβέντες με τον γέρο:

«Εντάξει της είπε αυτός, αλλά σκέπτομαι» «Κι εγώ» απάντησε εκείνη. 

 

Από το κεφάλαιο 18.

Την νύχτα πριν την επίθεση περιμένοντας την Maria να έρθει δίπλα του τού ήρθε στο μυαλό η φρίκη εκείνης της μέρας· να παρακολουθούν ανήμποροι, κρυμμένοι στα δέντρα την μαζική επίθεση των φασιστών στο κρησφύγετο του γερο-αντάρτη που τον είχαν πρόδωσει τα χνάρια στο χίονι των αλόγων που είχε κλέψει· δεν ήθελε όμως να μπει πάλι στο τρυπάκι ν’ αρχίσει να σκέφτεται ποιοι σκοτώθηκαν και ποιοι θα σκοτώνονταν για την γέφυρα. Και κανέναν δεν θα άφηνε να τον χώσει σ’ αυτό το λούκι. Εκτελούσε ξεκάθαρες διαταγές του Ρώσου στρατηγού, που ασχέτως δυσκολιών και συνεπειών μπορούσαν να διεκπεραιωθούν. Μετά την ανατίναξη της γέφυρας η διαταγή του ήταν να γυρίσει στο καθορισμένο σημείο ή να μη γυρίσει πίσω καθόλου.

Μετά ίσως να έπαιρνε κάποια άδεια και να περνούσε δυο μέρες στην Μαδρίτη να ζήσει και να φάει σαν άνθρωπος. Θα απέφευγε μέρη που ήταν οι ξένοι ανταποκριτές γιατί δεν ήθελε να τους πει τίποτα. Θα πήγαινε όμως να βρει τον ανταποκριτή την Πράβδα τον Karkov, στο Gaylord’s, το ξενοδοχείο που είχαν επιτάξει οι Ρώσοι. Είχε να του πει συγκλονιστική ιστορία αυτήν την φορά. Στον ίδιο δεν άρεσε να μένει στο Gaylord’s, τον ενοχλούσε τόση χλιδή και καλοπέραση σε μια πολιορκημένη πόλη. Αλλά πάλι- σκέφτηκε- ποιος δεν δικαιούταν λίγη ανάπαυση και λίγο καλό φαί και ποτό μετά από τόσα που ζούσαν;  Φαίνεται, σκέφτηκε, ότι τον είχε διαφθείρει η παρέα μαζί τους γιατί  ούτε ο κυνισμός τους τον ενοχλούσε πια· ποιος κυνισμός, αυτο που του φαινόταν ‘κυνισμός’ στην αρχή δεν ήταν η αλήθεια που δεν ήθελε να δει;

Την Maria όμως, που την περίμενε τώρα να έρθει για να τον ζεστάνει με τον έρωτά της, την Maria θα την έπαιρνε μαζί του στην Μαδρίτη, μαζί του στο δωμάτιό του στο Florida Hotel. Μετά θα την παντρευόταν· μαζί του για πάντα.   

 

Ch. 11 

“Because of our mobility and because we did not have to stay afterwards to take the punishment we never knew how anything really ended, he thought. You stayed with a peasant and his family. You came at night and ate with them. In the day you were hidden and the next night you were gone. You did your job and cleared out. The next time you came that way you heard that they had been shot. It was as simple as that. But you were always gone when it happened. The partizans did their damage and pulled out. The peasants stayed and took the punishment.

This was no way to think; but who censored his thinking? Nobody but himself. He would not think himself into any defeatism. The first thing was to win the war. If we did not win the war everything was lost. But he noticed, and listened to, and remembered everything. He was serving in a war and he gave absolute loyalty and as complete a performance as he could give while he was serving. But nobody owned his mind, nor his faculties for seeing and hearing, and if he were going to form judgments he would form them afterwards. And there would be plenty of material to draw them from. There was plenty already. There was a little too much sometimes”

….

 “ When blow bridge?"

  "Day after tomorrow morning."
  "Good," said El Sordo.

  "Pablo?" he asked Pilar.
    She shook her head. El Sordo grinned.…

    El Sordo shook his head and took a sip of the whiskey. "You want of me?" 

   "How many men have you?"
   "Eight."
   "To cut the telephone, attack the post at the house of the road-menders, take it,

     and fall back on the bridge…“You could not cut out and steal eight horses?""
  "It is easy."
   "It will all be written out."

    "Don't trouble. And Pablo?"

       ….

"And afterwards for the retreat?" Pilar asked….

"Live in and die in," Pilar said. "I can see the end of it well enough. I like thee, Ingles, but keep thy mouth off of what we must do when thy business is finished."…

"You see," Sordo said. "In that there is no problem. But to leave afterward and get out of this country in daylight presents a grave problem."

 "Clearly," said Robert Jordan. "I have thought of it. It is daylight for me also."
 "But you are one," El Sordo said. "We are various."

 "There is the possibility of returning to the camps and leaving from there at dark,     Pilar said, putting the glass to her lips and then lowering it. 

"That is very dangerous, too," El Sordo explained. "That is perhaps even more dangerous."

 "I can see how it would be," Robert Jordan said.

  "To do the bridge in the night would be easy," El Sordo said. "Since you make the condition that it must be done at daylight, it brings grave consequences." 

   "I know it."

    "You could not do it at night?"

    "I would be shot for it."

     "It is very possible we will all be shot for it if you do it in the daytime."
  "For me myself that is less important once the bridge is blown," Robert Jordan said.    "But I see your viewpoint. You cannot work out a retreat for daylight?"
  "Certainly," El Sordo said. "We will work out such a retreat. But I explain to you why one is preoccupied and why one is irritated. You speak of going to Gredos as though it were a military manoeuvre to be accomplished. To arrive at Gredos would be a miracle."  Robert Jordan said nothing.

  "Listen to me," the deaf man said. "I am speaking much. But it is so we may understand one another. We exist here by a miracle. By a miracle of laziness and stupidity of the fascists which they will remedy in time. Of course we are very careful and we make no disturbance in these hills."

  "I know."

  "But now, with this, we must go.

    We must think much about the manner of our going."

  "Clearly."….

  "I appreciate your aid and your loyalty," Robert Jordan said. "I appreciate the difficulty caused by the timing of the blowing of the bridge." 

"Don't talk of that," El Sordo said. "We are here to do what we can do. But this is complicated."
  "And on paper very simple," Robert Jordan grinned. "On paper the bridge is blown at the moment the attack starts in order that nothing shall come up the road. It is very simple." 

"That they should let us do something on paper," El Sordo said. "That we should conceive and execute something on paper."

  "Paper bleeds little," Robert Jordan quoted the proverb.

"But it is very useful," Pilar said. "Es muy util. What I would like to do is use thy orders for that purpose."

  "Me too," said Robert Jordan. "But you could never win a war like that." 

"No," the big woman said. "I suppose not. But do you know what I would like?" 

"To go to the Republic," El Sordo said. He had put his good ear close to her as she spoke. "Ya iras, mujer. Let us win this and it will all be Republic."

  "All right," Pilar said. ….

   As they had left him, Pilar had said to him, "Well, Santiago?"  "Well, nothing, woman," the deaf man said. "It is all right. But I am thinking."
  "Me, too," Pilar had said 

 

Ch 18, p. 227 - 229   

            …. Robert Jordan thought. It is when the damned wheel  comes down that it gets you. But I am off that wheel, he thought. And nobody is going to get me onto it again. Two days ago I never knew that Pilar, Pablo nor the rest existed, he thought. There was no such thing as Maria in the world. It was certainly a much simpler world. I had instructions from Golz that were perfectly clear and seemed perfectly possible to carry out although they presented certain difficuldes and involved certain consequences. After we blew the bridge I expected either to get back to the Hnes or not get back and if we got back I was going to ask for some time in Madrid. No one has any leave in this war but I am sure I could get two or three days in Madrid.

In Madrid I wanted to buy some books, to go to the Florida Hotel and get a room and to have a hot bath, he thought. I was going to send Luis the porter out for a bottle of absinthe if he could locate one at the Mantequerias Leonesas or at any of the places off the Gran Via and I was going to lie in bed and read after the bath and drink a couple of absinthes and then I was going to call up Gaylord’s and see if I could come up there and eat.

He did not want to eat at the Gran Via because the food was no good really and you had to get there on time or whatever there was of it would be gone. Also there were too many newspaper men there he knew and he did not want to have to keep his mouth shut. He wanted to drink the absinthes and to feel like talking and then go up to Gaylord’s and eat with Karkov, where they had good food and real beer, and find out what was going on in the war.

He had not liked Gaylord’s, the hotel in Madrid the Russians had taken over, when he first went there because it seemed too luxurious and the food was too good for a besieged city and the talk too cynical for a war. But I corrupted very easily, he

thought. Why should you not have as good food as could be organized when you came back from something like this.? And the talk that he had thought of as cynicism when he had first heard it had turned out to be much too true. This will be something to tell at Gaylord’s, he thought, when this is over. Yes, when this is over.   

Could you take Maria to Gaylord’s? No. You couldn’t. But you could leave her in the hotel and she could take a hot bath and be there when you came back from Gaylord’s. Yes, you could do that and after you had told Karkov about her, you could bring her later because they would be curious about her and want to see her.